Μετάβαση στο περιεχόμενο

third party

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
third party third parties

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
third party <  δείτε τις λέξεις third και party

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

third party (en) (επίσημο ή νομικός όρος)

  • ο τρίτος, ένα άτομο που εμπλέκεται σε μια κατάσταση εκτός από τα δύο κύρια άτομα που εμπλέκονται άμεσα
    παράδειγμα  I am a third party to this agreement.
    Είμαι τρίτος σε αυτή την συμφωνία.
    παράδειγμα  Don’t talk about your personal issues in front of third parties.
    Μη μιλάς για τα προσωπικά σου μπροστά σε τρίτους.