Μετάβαση στο περιεχόμενο

thought

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
thought thoughts

thought (en)

  1. η σκέψη, κάτι που σκέφτεται κανείς
    παράδειγμα  Don’t stop him, let him finish his thought.
    Μην τον σταματάτε, αφήστε τον να ολοκληρώσει τη σκέψη του.
    παράδειγμα  I just had a crazy thought!
    Μόλις έκανα μια τρελή σκέψη!
  2. (μόνο πληθυντικός) η σκέψη, το μυαλό ενός ατόμου και όλες τις ιδέες που έχει όταν σκέφτεται
    παράδειγμα  She can’t concentrate, her thoughts wander elsewhere.
    Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, η σκέψη της πετά αλλού.
  3. (μη μετρήσιμο) η σκέψη, η πράξη του να σκέπτομαι κάτι σοβαρά και προσεχτικά
    παράδειγμα  We said yes after a lot of thought.
    Είπαμε το ναι μετά από πολλή σκέψη.
  4. (μη μετρήσιμο) η σκέψη, η δύναμη ή η διαδικασία του να σκέπτομαι
    παράδειγμα  He was lost/deep in thought.
    Ήταν χαμένος/βυθισμένος σε σκέψεις.

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

thought (en)