thought

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
thought thoughts

thought (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

thought (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος think