Μετάβαση στο περιεχόμενο

thumbscrew

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
χειρόβιδες

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
thumbscrew < thumb + screw

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
thumbscrew thumbscrews

thumbscrew (en)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • thumbscrew στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια