Μετάβαση στο περιεχόμενο

tick off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας tick off
γ΄ ενικό ενεστώτα ticks off
αόριστος ticked off
παθητική μετοχή ticked off
ενεργητική μετοχή ticking off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tick off <  δείτε τις λέξεις tick και off

tick off (en)

  • τσαντίζω, μου τη βαράει, εκνευρίζω κάποιον
    παράδειγμα  Shut up, don’t tick me off anymore.
    Σώπα, μη με τσαντιζεις άλλο!
    παράδειγμα  I’m ticked off by the way he’s treating me.
    Τσαντίζομαι με τον τρόπο που μου φέρεται.
    παράδειγμα  What’s wrong? Why are you ticked off again?
    Τι έχεις κι είσαι πάλι εκνευρισμένος;
    παράδειγμα  He was really ticked off and told his boss everything.
    Του τη βάρεσε άσχημα και τα είπε όλα στο αφεντικό του.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη enrage