tighten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

tighten (en)

  1. σφίγγω
    tighten the screw
  2. τεντώνω
  3. κάνω κάτι πιο αυστηρό
    the government is to tighten gun laws