Μετάβαση στο περιεχόμενο

tighten

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας tighten
γ΄ ενικό ενεστώτα tightens
αόριστος tightened
παθητική μετοχή tightened
ενεργητική μετοχή tightening

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tighten < tight + -en

tighten (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) σφίγγω, κρατάω κάτι πιο σφιχτά στη θέση του
    παράδειγμα  I am tightening the screw/my belt.
    Σφίγγω τη βίδα/τη ζώνη μου.
    παράδειγμα  He’s tightening the knot.
    Σφίγγει τον κόμπο.
    παράδειγμα  She’s tightening the tap so it’s not running.
    Σφίγγει τη βρύση για να μην τρέχει.
    παράδειγμα  Tighten (up) the valve a little.
    Σφίξε λίγο τη βάνα.
    παράδειγμα  With exercise, you can tighten up a flabby body.
    Με τις ασκήσεις σφίγγει το πλαδαρό σώμα.
  2. (μεταβατικό) αυστηροποιώ, κάνω κάτι πιο αυστηρό
    παράδειγμα  Europe is tightening its regulation of illegal online content.
    Η Ευρώπη αυστηροποιεί τον κανονισμό της στο παράνομο διαδικτυακό περιεχόμενο.
    παράδειγμα  The government is to tighten gun laws.
    Η κυβέρνηση πρόκειται να κάνει πιο αυστηρούς τους νόμους για τα όπλα.
     συνώνυμα: tighten up
     και δείτε σφίγγω τα λουριά
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) τεντώνω, τεζάρω, σφίγγω, τραβάω κάτι τόσο σφιχτά που δεν μπορεί να τεντωθεί άλλο
    παράδειγμα  I am tightening the rope.
    Τεντώνω/Τεζάρω το σκοινί.
    παράδειγμα  Tighten (up) your shoelaces!
    Σφίξε τα κορδόνια σου!
  4. (αμετάβατο) σφίγγομαι, για μέρος του σώματος που πονάει λόγω ασθένειας ή συναισθημάτων
    παράδειγμα  He felt his stomach tighten.
    Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη tight

Παράγωγα

[επεξεργασία]