tighten up
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | tighten up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | tightens up |
| αόριστος | tightened up |
| παθητική μετοχή | tightened up |
| ενεργητική μετοχή | tightening up |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]tighten up (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)
- αυστηροποιώ, σφίγγω τα μέτρα για κάτι, κάνω κάτι πιο αυστηρό
Europe is tightening up its regulation of illegal online content.
- Η Ευρώπη αυστηροποιεί τον κανονισμό της στο παράνομο διαδικτυακό περιεχόμενο.
Laws on gambling have tightened up recently.
- Οι νόμοι για τα τυχερά παιχνίδια έχουν αυστηροποιηθεί πρόσφατα.
The government is tightening up on tax evasion.
- Η κυβέρνηση σφίγγει τα μέτρα για τη φοροδιαφυγή.