tikva

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Κροατικά (hr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tikva (hr) θηλυκό

  1. κολοκύθα
  2. (αργκό) κεφάλι