Μετάβαση στο περιεχόμενο

time-wasting

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
time-wasting < time + wasting

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

time-wasting (en) (μη μετρήσιμο, κακόσημο)

  • το χασομέρι, η πράξη του να χάνω άσκοπα τον καιρό μου
    παράδειγμα  Stop the time-wasting and sit down and study!
    Άσε τα χασομέρια και κάθισε να διαβάσεις!