Μετάβαση στο περιεχόμενο

timocratie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
timocratie timocraties

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

timocratie (fr) θηλυκό