tiri
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ||
| γενική | ||
| αιτιατική | ||
| κλητική | ||
| Η γενική ενικού και ο πληθυντικός προφέρονται χωρίς συνίζηση. | ||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- tiri < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τυρίον < αρχαία ελληνική τυρός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tiri (tirì) ουδέτερο
Πηγές
[επεξεργασία]- tirì Vocabolario σελ.418 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]tiri < tiro + -i.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ρήμα tiri | |||
| χρόνος | μορφή | ενεργητική μετοχή |
παθητική μετοχή |
|---|---|---|---|
| ενεστώτας | tiras | tiranta | tirata |
| αόριστος | tiris | tirinta | tirita |
| μέλλοντας | tiros | tironta | tirota |
| υποθετική | tirus | - | - |
| προστακτική | tiru | - | - |
tiri (eo)
Ίντο (io)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]tiri (io)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'krasi' (κατωιταλικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'krasi' (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τρόφιμα (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (εσπεράντο)
- Γλώσσα εσπεράντο
- Ρήματα (εσπεράντο)
- Αντίστροφο λεξικό (εσπεράντο)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (ίντο)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)