Μετάβαση στο περιεχόμενο

tiri

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]


2η κλίση, ουδέτερο οξύτονο ανισοσύλλαβο
↓ πτώσεις       ενικός       πληθυντικός
ονομαστική
tirì
tirìa
γενική
tirìu
tirìo
αιτιατική
tirì
tirìa
κλητική
tirì
tirìa
Η γενική ενικού και ο πληθυντικός προφέρονται χωρίς συνίζηση.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tiri < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τυρίον < αρχαία ελληνική τυρός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tiri (tirì) ουδέτερο



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

tiri < tiro + -i.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈti.ɾi/
ρήμα tiri
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας tiras tiranta tirata
αόριστος tiris tirinta tirita
μέλλοντας tiros tironta tirota
υποθετική tirus - -
προστακτική tiru - -

tiri (eo)



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

tiri (io)