tiroir

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

tiroir < tirouer < tyroire < tirer

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

tiroir 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tiroir tiroirs

tiroir (fr) αρσενικό

  1. το συρτάρι
  2. μηχανισμός που διοχετεύει εναλλακτικά τον ατμό στη μία ή την άλλη πλευρά του πιστονιού

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • charade à tiroirs - λογοπαίγνιο που βασίζεται σε μια διαδοχή άλλων
  • fond de tiroir - κάτι που βρίσκεται στο βάθος ενός συρταριού· (κατ’ επέκταση) κάτι παλιό, άχρηστο
  • pièce à tiroirs - θεατρικό έργο που βασίζεται στην παρεμβολή σκηνών που δεν έχουν άμεση σχέση με την κύρια πλοκή
  • roman à tiroirs - όπως και το παραπάνω, για ένα λογοτέχνημα

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]