to the effect
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]to the effect (en)
- (ιδιωματισμός) με την πληροφορία, με το νόημα, με το περιεχόμενο, για να πω ότι δίνω το γενικό νόημα αυτού που είπε ή έγραψε κάποιος παρά τις ακριβείς λέξεις
I received a letter to the effect that
- Έλαβα ένα γράμμα με την πληροφορία ότι…
to the same effect - με το ίδιο νόημα/περιεχόμενο