toolbox
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈtuːlˌbɑks/ (αμερικανικό)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| toolbox | toolboxes |
toolbox (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| toolbox | toolboxes |
toolbox (en)