toothpaste
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| toothpaste | toothpastes |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]toothpaste (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) οδοντόκρεμα
| ενικός | πληθυντικός |
| toothpaste | toothpastes |
toothpaste (en)