Μετάβαση στο περιεχόμενο

torpillage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
torpillage torpillages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

torpillage (fr) αρσενικό