tote

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

tote

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/təʊt/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

tote

  • (λαϊκότροπο) σέρνω (όμως με την έννοια κουβαλάω), κουβαλώ, χειρίζομαι, μεταφέρω (κάτι βαρύ ή σημαντικό)
    Συνώνυμα: carry, wield, convey

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tote bag, tote

  • tote bag:
  • υφασματοσακούλα, υφασματοσακκούλα, πανότσαντα
    • είδος τσάντας (σαν σάκος) με χερούλια

Δείτε επίσης[επεξεργασία]