touch
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- touch < μέση αγγλική touchen < παλαιά γαλλική tochier
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| touch | touches |
touch (en)
- (μη μετρήσιμο) η αφή
the sense of touch - η αίσθηση της αφής
They had to identify various materials by touch.
- Έπρεπε να αναγνωρίσουν διάφορα υλικά με την αφή.
- (συνήθως ενικός) το άγγιγμα κάποιου ή κάτι με το χέρι ή με άλλο μέρος του σώματος
The gentle touch of his hand on her shoulder made her jump.
- Το απαλό άγγιγμα του χεριού του στον ώμο της την έκανε να πεταχτεί.
The slightest touch will set off the alarm.
- Το παραμικρό άγγιγμα θα ενεργοποιήσει τον συναγερμό.
She played the piano with a light touch.
- Είχε ελαφρύ άγγιγμα στο πιάνο.
This type of engraving requires a delicate touch.
- Αυτό το είδος χαρακτικής απαιτεί λεπτό χειρισμό.
All of this information is readily available at the touch of a button.
- Όλες αυτές οι πληροφορίες είναι άμεσα διαθέσιμες με το πάτημα ενός κουμπιού.
- (μόνο ενικός) η αφή, η επαφή, η αίσθηση που δίνει κάτι όταν το αγγίζω με το χέρι ή τα δάχτυλά μου ή όταν έρχεται σε επαφή με το σώμα μου
This material has a smooth silky touch.
- Αυτό το ύφασμα είναι απαλό και μεταξένιο στην αφή.
The body was cold to the touch.
- Το σώμα ήταν κρύο στην αφή.
He could not bear the touch of clothing on his sunburnt skin.
- Δεν άντεχε την επαφή των ρούχων με το καμένο από τον ήλιο δέρμα του.
- η πινελιά, μικρή λεπτομέρεια ή στοιχείο που προστίθεται σε κάτι για να το βελτιώσει, να το ολοκληρώσει ή να του δώσει ιδιαίτερο χαρακτήρα
It was a nice touch that the film ended as it started.
- Ήταν ωραία πινελιά το ότι η ταινία τελείωσε όπως άρχισε.
Bright cushions add a decorative touch to a room.
- Τα πολύχρωμα μαξιλάρια δίνουν μια διακοσμητική πινελιά σε ένα δωμάτιο.
- (μόνο ενικός) ιδιαίτερη πινελιά ή ιδιαίτερο στοιχείο στον τρόπο που γίνεται κάτι
She prefers to answer any fan mail herself for a more personal touch.
- Προτιμά να απαντά η ίδια σε όλα τα γράμματα των θαυμαστών της, για να δώσει μια πιο προσωπική πινελιά.
Computer graphics will give your presentation the professional touch.
- Τα γραφικά στον υπολογιστή θα δώσουν στην παρουσίασή σου μια επαγγελματική πινελιά.
This meal is awful. I think I’m losing my touch.
- Αυτό το φαγητό είναι απαίσιο. Μάλλον έχω χάσει τη φόρμα μου.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | touch |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | touches |
| αόριστος | touched |
| παθητική μετοχή | touched |
| ενεργητική μετοχή | touching |
touch (en)
- (μεταβατικό) αγγίζω, ακουμπάω, πιάνω, φτάνω, πατώνω, βάζω το χέρι μου ή άλλο μέρος του σώματός μου σε κάποιον ή κάτι
She touched the keys of the piano.
- Άγγιξε τα πλήκτρα του πιάνου.
He passed right by us, almost touching us, but didn’t notice us.
- Πέρασε κοντά μας, σχεδόν μας ακούμπησε, αλλά δε μας πρόσεξε.
Don’t touch the socket with wet hands.
- Μην πιάνεις την πρίζα με βρεγμένα χέρια.
Can you touch the ceiling?
- Μπορείς να φτάσεις το ταβάνι;
Can you touch the bottom there?
- Πατώνεις εκεί;
The weight of the fishing line touches the bottom of the sea.
- Το βαρίδιο της πετονιάς πάτωσε στο βυθό της θάλασσας.
The water is deep and I can’t touch (the bottom).
- Τα νερά είναι βαθιά και δεν πατώνω.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) αγγίζω, ακουμπάω, για δύο ή περισσότερα πράγματα, επιφάνειες κτλ. που βρίσκονται ή έρχονται τόσο κοντά μεταξύ τους που δεν υπάρχει διάστημα μεταξύ τους
The branches touched the water.
- Τα κλαδιά άγγιζαν το νερό.
The top of the mountain was touching the clouds.
- Η κορυφή του βουνού ακουμπούσε τα σύννεφα.
- (μεταβατικό) συγκινώ, κάνω κάποιον να αισθάνεται λυπημένος ή συναισθηματικός
- (μεταβατικό, συνήθως σε αρνητικές προτάσεις) αγγίζω κάτι για να φάω, να πιω ή να χρησιμοποιήσω κάτι
He hasn’t touched food/alcohol for weeks.
- Δεν έχει αγγίξει τροφή/ποτό επί εβδομάδες.
- (μεταβατικό, συνήθως σε αρνητικές προτάσεις) συναγωνίζομαι, παραβάλλομαι, είμαι τόσο καλός όσο κάποιος σε ικανότητες, ποιότητα κτλ.
- (μεταβατικό) αγγίζω, φτάνω σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο κτλ.
The temperature yesterday touched forty degrees.
- Η θερμοκρασία χθες άγγιξε τους σαράντα βαθμούς.
- (μεταβατικό, πληροφορική) μαρκάρω αρχείο ώστε να φαίνεται στο λειτουργικό σύστημα ότι έχει τροποποιηθεί
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- touch (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- touch (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 831. ISBN 9780194325684., λήμμα: συγκινώ
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αμερικανικά αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'wish' (αγγλικά)
- Πληροφορική (αγγλικά)