tourment

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tourment tourments

tourment (fr) αρσενικό

  1. το βάσανο, η ταλαιπωρία, το μαρτύριο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]