tow

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tow (en)

  1. η ρυμούλκηση
  2. αυτό που ρυμουλκεί, το ρυμουλκό
  3. αυτό που ρυμουλκείται, το ρυμουλκούμενο
  4. το σκοινί ή το καλώδιο που χρησιμοποιείται στη ρυμούλκηση

Ρήμα[επεξεργασία]

tow (en)

  1. ρυμουλκώ, σέρνω με σκοινί, τραβώ