tower

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tower towers

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. tower < μέση αγγλική tor < αγγλοσαξονική torr < λατινική turris < αρχαία ελληνική τύρρις (πύργος)
  2. tower < tow (ρυμουλκώ) + -er

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'taʊə(ɻ)/ (1)
ΔΦΑ : /'toʊə(ɻ)/ (2)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tower (en)

  1. (αρχιτεκτονική) ο πύργος
  2. αυτός που ρυμουλκεί

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

Ενεστώτας tower
γ΄ ενικό Ενεστώτα towers
Αόριστος towered
Παθητική μετοχή towered
Ενεργητική μετοχή towering

tower (en)

  1. δεσπόζω, υψώνομαι
    The skyscraper towers over the city.
    Ο ουρανοξύστης υψώνεται πάνω από τη πόλη.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]