Μετάβαση στο περιεχόμενο

toxicomanie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
toxicomanie toxicomanies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

toxicomanie (fr) θηλυκό