τπτ
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από tpt)
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τπτ < τίποτα
Συντομομορφή
[επεξεργασία]τπτ συντομογραφία
- (διαδικτυακή αργκό) σύντμηση του τίποτα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- tpt (γκρίκλις)