trésorier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

trésorier 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό trésorier trésoriers
θηλυκό trésorière trésorières

trésorier (fr)

  1. θησαυροφύλακας
  2. υπεύθυνος του ταμείου μιας οργάνωσης, σωματείου, κλπ.