tract
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tract (en)
- έκταση (επιφάνεια γης, θαλάσσης, κλπ.)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| tract | tracts |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tract (fr) αρσενικό
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- tract - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé