Μετάβαση στο περιεχόμενο

traduka

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
traduka < traduk + -a

Επίθετο

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική tradukatradukaj
αιτιατική tradukantradukajn

traduka (eo)

mi havas tradukan problemeton - έχω ένα μικρό μεταφραστικό πρόβλημα