Μετάβαση στο περιεχόμενο

trahison

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tʁa.i.zɔ̃/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
trahison trahisons

trahison (fr) θηλυκό