train

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
train trains

train (en)

  1. το τρένο, ο σιδηρόδρομος
  2. γενική σειρά συνδεδεμένων πραγμάτων ή ανθρώπων

κατάλληλες προθέσεις[επεξεργασία]

  • σύνηθες: on the train: για επιβάτη σε τρένο, όταν ταξιδεύω με το τρένο
  • σπανιότερα: in the train: όταν εστιάζουμε στο τρένο ως τοποθεσία και όχι ως μέσο μεταφοράς

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

Ενεστώτας train
γ΄ ενικό Ενεστώτα trains
Αόριστος trained
Παθητική μετοχή trained
Ενεργητική μετοχή training

train (en)

  1. (μεταβατικό) γυμνάζω μια δεξιότητα
  2. (αμετάβατο) γυμνάζομαι, εκπαιδεύομαι



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
train trains

train (fr) αρσενικό