traitement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tʁɛt.mɑ̃/
traitement 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

traitement (fr) αρσενικό

  1. η θεραπεία, ιατρική φροντίδα
  2. η επεξεργασία
  3. η μεταχείριση, αντιμετώπιση
    traitement spécial- ειδική μεταχείριση
  4. ο ψεκασμός
  5. ο μισθός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: traiter