Μετάβαση στο περιεχόμενο

trakuri

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
trakuri < tra + kuri
ρήμα trakuri
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας trakuras trakuranta trakurata
αόριστος trakuris trakurinta trakurita
μέλλοντας trakuros trakuronta trakurota
υποθετική trakurus - -
προστακτική trakuru - -

trakuri (eo)