Μετάβαση στο περιεχόμενο

trane

Από Βικιλεξικό

Νεονορβηγικά (nn)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό o κωδικός γλώσσας δεν υπάρχει για τα μέρη λόγου

[επεξεργασία]

trane (nn)