trapez

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

trapez (pl) αρσενικό

  1. το τραπέζιο
  2. η ακροβατική κούνια