Μετάβαση στο περιεχόμενο

tratamento

Από Βικιλεξικό

Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

tratamento (pt) < από το tratar + -mento

ενικός πληθυντικός
tratamento tratamentos

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tratamento (pt)

  1. η θεραπεία, η θεραπευτική προσέγγιση
  2. η περίθαλψη