tratwa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtratfa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tratwa (pl) θηλυκό