Μετάβαση στο περιεχόμενο

traumatologie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
traumatologie traumatologies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

traumatologie (fr) θηλυκό