Μετάβαση στο περιεχόμενο

travel

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
travel travels

travel (en)

ενεστώτας travel
γ΄ ενικό ενεστώτα travels
αόριστος travelled, traveled
παθητική μετοχή travelled, traveled
ενεργητική μετοχή travelling, traveling

travel (en)

  • ταξιδεύω
    παράδειγμα  Do you travel often? - Ταξιδεύεις/ταξιδεύετε συχνά;

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]