trentenaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
trentenaire trentenaires

trentenaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (σπάνιο) που διαρκεί τριάντα χρόνια, ο τριακονταετής
  2. ο τριαντάρης, ο τριακονταετής, που είναι τριάντα ετών