Μετάβαση στο περιεχόμενο

trièdre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
trièdre trièdres

trièdre (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
trièdre trièdres

trièdre (fr) αρσενικό