trigone

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
trigone trigones

trigone (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (γεωμετρία) (σπάνιο) τριγωνικός
    δείτε τη λέξη triangulaire

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
trigone trigones

trigone (fr) αρσενικό

  1. (γεωμετρία) (σπάνιο) τρίγωνο
    δείτε τη λέξη triangle