trimestriel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

trimestriel < trimestre

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tʁi.mɛs.tri.jɛl/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό trimestriel trimestriels
θηλυκό trimestrielle trimestrielles

trimestriel (fr) αρσενικό

une revue trimestrielle - ένα τριμηνιαίο περιοδικό

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]