trivalve

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
trivalve trivalves

trivalve (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που έχει τρεις βαλβίδες
  2. (ζωολογία) (για κέλυφος) που έχει τρεις θύρες