Μετάβαση στο περιεχόμενο

trombine

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
trombine trombines

trombine (fr) θηλυκό