Μετάβαση στο περιεχόμενο

trucker

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
trucker truckers

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
trucker < truck + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

trucker (en)