truly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

truly < true + -ly

Επίρρημα[επεξεργασία]

truly (en)

  1. αληθινά, αληθώς
    -Christ is risen! -Truly He is risen!
    -Χριστός ανέστη! -Αληθώς ανέστη!
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη honestly