truss

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
truss trusses

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɹʌs/ και /trʌs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

truss (en)

  1. (κατασκευαστικός όρος) η αντηρίδα ζευκτών
  2. (ιατρική) ο κηλεπίδεσμος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

truss (en)

  1. (ιατρική) δένω, υποστηρίζω με επίδεσμο
  2. (κατασκευαστικός όρος) υποστηρίζω με/κατασκευάζω/τοποθετώ αντηρίδες ζευκτών