Μετάβαση στο περιεχόμενο

tucker

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας tucker
γ΄ ενικό ενεστώτα tuckers
αόριστος tuckered
παθητική μετοχή tuckered
ενεργητική μετοχή tuckering

tucker (en)