tuerie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
tuerie tueries

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tuerie (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) ιδιωτικό σφαγείο
  2. (οικείο) το μακελειό, ο σκοτωμός

Συγγενικά[επεξεργασία]

  • → δείτε τη λέξη tuer