Μετάβαση στο περιεχόμενο

tumble

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
tumble tumbles

tumble (en)

ενεστώτας tumble
γ΄ ενικό ενεστώτα tumbles
αόριστος tumbled
παθητική μετοχή tumbled
ενεργητική μετοχή tumbling

tumble (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) κατρακυλώ, πέφτω
    παράδειγμα  He slipped and tumbled down the stairs.
    Γλίστρησε και κατρακύλησε στις σκάλες.
    παράδειγμα  He tumbled down the stairs/into bed.
    Έπεσε στις σκάλες/στο κρεβάτι.
    παράδειγμα  He tumbled out of a window/off his bike.
    Έπεσε από ένα παράθυρο/το ποδήλατό του.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη fall
  2. (αμετάβατο) πέφτω, η αξία ή ποσότητα γίνεται λιγότερα ραγδαία/απότομα
    παράδειγμα  The prices tumbled.
    Οι τιμές πέσαν απότομα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη decline