turn into

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας turn into
γ΄ ενικό ενεστώτα turns into
αόριστος turned into
παθητική μετοχή turned into
ενεργητική μετοχή turning into

Ετυμολογία [επεξεργασία]

turn into < → δείτε τις λέξεις turn και into

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɜːn ˈɪn.tuː/

Ρήμα[επεξεργασία]

turn into (en)

  • μετατρέπομαι
    When caterpillars are in their cocoon, they turn into butterflies. - Όταν οι κάμπιες είναι στο κουκούλι τους, μετατρέπονται σε πεταλούδες.