Μετάβαση στο περιεχόμενο

turn out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας turn out
γ΄ ενικό ενεστώτα turns out
αόριστος turned out
παθητική μετοχή turned out
ενεργητική μετοχή turning out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
turn out <  δείτε τις λέξεις turn και out

turn out (en)

  1. (αμετάβατο) αποδείχνομαι, βγαίνω, αληθεύω
    παράδειγμα  as it eventually turned out - όπως αποδείχτηκε τελικά
    παράδειγμα  He turned out to be more informed than the so-called “experts”.
    Αποδείχτηκε πιο ενημερωμένος από τους λεγόμενους «ειδικούς».
    παράδειγμα  He turned out to be a thief/liar/cheat.
    Βγήκε κλεφτής/ψεύτης/απατεώνας.
    παράδειγμα  If my suspicions turn out to be true
    Αν αληθέψουν οι υποψίες μου…
  2. (αμετάβατο) καταλήγω, πηγαίνω, εξελίσσομαι, αποβαίνω, βγαίνω, συμβαίνει με συγκεκριμένο τρόπο
    παράδειγμα  If things turn out badly…
    Αν τα πράγματα καταλήξουν άσχημα…
    παράδειγμα  How did the elections turn out?
    Πώς πήγαν οι εκλογές;
    παράδειγμα  If all turns out well…
    Αν πάνε όλα καλά…
    παράδειγμα  Do not worry, everything will turn out all right.
    Μην στενοχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά/όλα θα εξελιχθούν καλά.
    παράδειγμα  It will turn out detrimental to our interests.
    Θα αποβεί σε βάρος των συμφερόντων μας.
    παράδειγμα  The car didn’t turn out to be a good one.
    Το αυτοκίνητο δε βγήκε καλό.
     συνώνυμα:  end up, go, go off, pass off, shape up, wind up και work out
  3. (αμετάβατο) βγαίνω, είμαι παρών σε ένα γεγονός
    παράδειγμα  The whole village turned out to welcome him.
    Όλο το χωριό βγήκε να τον υποδεχτεί.
  4. (μεταβατικό) βγάζω, παράγω κάτι
    παράδειγμα  Our factory turns out 100 cars per day.
    Το εργοστάσιό μας βγάζει/παράγει 100 αυτοκίνητα την ημέρα.
  5. (μεταβατικό και αμετάβατο) σβήνω ένα φως ή μια πηγή θερμότητας
    παράδειγμα  We turned out the lights.
    Σβήσαμε τα φώτα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη switch off