turnover
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| turnover | turnovers |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]turnover (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, λογιστική) ο τζίρος, ο κύκλος εργασιών
- (μόνο ενικός, μη μετρήσιμο) η κινητικότητα προσώπου, η αλλαγή/εναλλαγή προσώπου, ο ρυθμός αντικατάστασης προσωπικού σε μια εταιρεία
The company has a problem with a high turnover of staff./The company has a problem with high turnover.
- Η εταιρεία αντιμετωπίζει πρόβλημα με τη μεγάλη κινητικότητα προσωπικού.
We need to reduce the frequent (staff) turnover.
- Πρέπει να μειώσουμε τη συχνή αλλαγή του προσωπικού.
Why does the company have so much turnover? (=Why does the company change its staff so frequently?)
- Γιατί η εταιρεία αλλάζει τόσο συχνά το προσωπικό της;
- (μόνο ενικός, μη μετρήσιμο) η εναλλαγή αποθέματος, ο ρυθμός αντικατάστασης εμπορευμάτων
We need fast (inventory) turnover to minimize storage costs.
- Χρειαζόμαστε την γρήγορη εναλλαγή αποθέματος για την ελαχιστοποίηση του κόστους αποθήκευσης.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
turnover στην αγγλική Βικιπαίδεια
