Μετάβαση στο περιεχόμενο

turnover

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: turn over

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
turnover turnovers

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
turnover < turn + over

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

turnover (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, λογιστική) ο τζίρος, ο κύκλος εργασιών
    παράδειγμα  The company’s annual turnover exceeded ten million euros.
    Ο ετήσιος τζίρος της εταιρείας ξεπέρασε τα δέκα εκατομμύρια ευρώ.
    παράδειγμα  The company’s turnover increased by 12%.
    Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας αυξήθηκε κατά 12%.
     συνώνυμα: revenue
  2. (μόνο ενικός, μη μετρήσιμο) η κινητικότητα προσώπου, η αλλαγή/εναλλαγή προσώπου, ο ρυθμός αντικατάστασης προσωπικού σε μια εταιρεία
    παράδειγμα  The company has a problem with a high turnover of staff./The company has a problem with high turnover.
    Η εταιρεία αντιμετωπίζει πρόβλημα με τη μεγάλη κινητικότητα προσωπικού.
    παράδειγμα  We need to reduce the frequent (staff) turnover.
    Πρέπει να μειώσουμε τη συχνή αλλαγή του προσωπικού.
    παράδειγμα  Why does the company have so much turnover? (=Why does the company change its staff so frequently?)
    Γιατί η εταιρεία αλλάζει τόσο συχνά το προσωπικό της;
  3. (μόνο ενικός, μη μετρήσιμο) η εναλλαγή αποθέματος, ο ρυθμός αντικατάστασης εμπορευμάτων
    παράδειγμα  We need fast (inventory) turnover to minimize storage costs.
    Χρειαζόμαστε την γρήγορη εναλλαγή αποθέματος για την ελαχιστοποίηση του κόστους αποθήκευσης.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • turnover στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια